Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Η σημαδεμένη τράπουλα των εκλογών



Tου Νίκου Ιγγλέση


Οι  κρίσιμες για το μέλλον της χώρας εκλογές της 6ης Μαϊου θα 

γίνουν με τον εκλογικό νόμο Σκανδαλίδη του 2004, όπως αυτός 

τροποποιήθηκε από τον Π. Παυλόπουλο της Ν.Δ. το 2008. 

Με τον αρχικό νόμο Σκανδαλίδη το πρώτο κόμμα, ανεξαρτήτως 

εκλογικού ποσοστού, έπαιρνε bonus 40 έδρες.

Αυτό το bonus δόθηκε στο ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2009 και 

αντί για 120 έλαβε 160 έδρες.  Έτσι η σχετική πλειοψηφία των εγκύρων ψηφοδελτίων 43,92%, μετατράπηκε σε απόλυτη πλειοψηφία 53,33%

 στη Βουλή. Είναι αυτή η πλασματική πλειοψηφία που οδήγησε τη 

χώρα στο πρώτο Μνημόνιο και το ΔΝΤ.

Με την τροποποίηση Παυλόπουλου το bonus αυξάνεται σε 50

έδρες και θα ισχύσει για πρώτη φορά στις εκλογές της 6ης Μαϊου. 

Πρόκειται ασφαλώς όχι μόνο για έναν αντιδημοκρατικό νόμο,

 αλλά για ένα νόμο που αλλοιώνει την κοινοβουλευτική Δημοκρατία,

 αφού το πρώτο κόμμα πριμοδοτείται με 50 έδρες που αντιστοιχούν

 στο 16,7% των εγκύρων ψηφοδελτίων. Οι 50 έδρες χάνονται από 

όλα τα υπόλοιπα κόμματα που θα λάβουν πανελλαδικά τουλάχιστον

 3% των εγκύρων ψηφοδελτίων και θα εκπροσωπηθούν στη Βουλή.

Χαρακτηριστικό είναι ότι στις εκλογές του 2009, που ίσχυσε το μικρότερο bonus των 40 εδρών, για την εκλογή ενός βουλευτή του ΠΑΣΟΚ 

αρκούσαν 18.827 ψήφοι, ενώ για τα άλλα κόμματα χρειάστηκαν

 25.230 για τη Ν.Δ., 24.626 για το ΚΚΕ, 25.743 για το ΛΑΟΣ και 

24.279 για το ΣΥΝ.

Αυτός ο εκλογικός νόμος όπου η ψήφος κάποιων πολιτών έχει

μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα από την ψήφο των υπολοίπων, 

προσδίδει χαρακτηριστικά ολιγαρχικού πολιτεύματος.

Πέρα όμως από το bonus των 50 εδρών ο εκλογικός νόμος έχει

 άλλο ένα κομβικό σημείο, το κατώφλι του 3%. Όσα κόμματα δεν 

πάρουν το 3% των εγκύρων ψηφοδελτίων θα μείνουν εκτός 

Βουλής. 

Στις εκλογές του 2009 το ποσοστό των  ψήφων που δόθηκε σ’ αυτά 

τα κόμματα έφτασε στο 4,83% των εγκύρων ψηφοδελτίων. Οι 14-15 

έδρες που αντιστοιχούν στο ποσοστό αυτό διαμοιράστηκαν μεταξύ 

των κομμάτων που μπήκαν στη Βουλή με περισσότερο ωφελημένο 

το ΠΑΣΟΚ που έλαβε 6 επιπλέον έδρες.

Συγκεκριμένα το ΠΑΣΟΚ με βάση το ποσοστό των ψήφων που 

πήρε (43,92%) έπρεπε να λάβει  114 έδρες αλλά σ’ αυτές 

προστέθηκαν 6 έδρες που χάθηκαν από τα εκτός Βουλής κόμματα 

και 40 έδρες bonus, σύνολο 160 έδρες.

Στις εκλογές της 6ης Μαϊου το ποσοστό επί των εγκύρων ψηφοδελτίων

 που θα λάβουν όσοι σχηματισμοί δεν φτάσουν στο κατώφλι του 3% αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά και ίσως  διπλασιαστεί, σε σχέση 

με το 2009, λόγω της πληθώρας νέων κομμάτων και σχηματισμών

 κυρίως του αντιμνημονιακού μετώπου.

Αν το ποσοστό των κομμάτων που δεν πιάσουν το 3% φτάσει το 

10% των εγκύρων ψηφοδελτίων τότε οι 25 έδρες που αντιστοιχούν

 σ’ αυτό το 10% (250 έδρες κατανέμονται αναλογικά σε κάθε κόμμα 

που λάβει τουλάχιστον 3% και οι υπόλοιπες 50 στο πρώτο κόμμα)

 θα μοιραστούν στα υπόλοιπα κόμματα με περισσότερο ωφελημένο

 το πρώτο.

Οι έλληνες πολίτες που θέλουν να εκφράσουν την αντίθεσή τους

στα Μνημόνια και την Τρόϊκα ας λάβουν υπ΄ όψιν τους  τη «σημαδεμένη τράπουλα» του εκλογικού νόμου και ας μη σπαταλήσουν, σ’ αυτές τις 

κρίσιμες στιγμές, την ψήφο τους σε πολιτικούς σχηματισμούς που

 δεν έχουν ελπίδα να πιάσουν το 3%. Οι ψήφοι αυτοί, μαζί με το 

λευκό, το άκυρο και την αποχή, θα χαθούν για τις αντιμνημονιακές

 δυνάμεις και πολύ πιθανόν να δώσουν στα συνεργαζόμενα κόμματα

 του Μνημονίου, που αποτελούν μειοψηφία στην κοινωνία, την

 κοινοβουλευτική πλειοψηφία στη Βουλή.

Μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία που θα συνεχίσει το έργο

 των κυβερνήσεων Παπανδρέου – Παπαδήμου, δηλαδή τη 

ληστεία των μισθών, την αρπαγή των συντάξεων, την επιβολή

 νέων φόρων, τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, την 

εκποίηση της δημόσιας περιουσίας έναντι πινακίου φακής 

και το σημαντικότερο την εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας,  

όλα αυτά που οι μνημονιακές δυνάμεις  ονομάζουν 

«μεταρρυθμίσεις».



Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

Πώς η κρίση δανεισμού μετεβλήθη σε κρίση ανταγωνιστικότητας...

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ


Του Γ.  Κοντογιώργη


Η ελληνική κρίση από κρίση δανεισμού αρχικά, μετατράπηκε στη συνέχεια σε κρίση χρέους, για να αντιμετωπισθεί στο τέλος ως κρίση ανταγωνιστικότητας. Κεντρικό επιχείρημα στην προσέγγιση της ελληνικής οικονομίας από την Τρόικα αποτέλεσε εξαρχής η άποψη ότι το κράτος αντιμετώπισε κρίση χρέους επειδή η ελληνική οικονομία δεν ήταν ανταγωνιστική και ότι επομένως οι Έλληνες ζούσαν πάνω από τις δυνατότητές τους, με δανεικά...
Εντούτοις, εάν η βάση του επιχειρήματος αυτού ήταν ορθή, τα εξοντωτικά ομολογουμένως μέτρα που επιβλήθηκαν επί της ελληνικής κοινωνίας θα είχαν στοιχειωδώς αποδώσει καρπούς. Είμαστε ήδη στον πέμπτο χρόνο μιας πρωτοφανούς ύφεσης που υπόσχεται να συνεχισθεί με την ίδια ένταση. Παρόλ'αυτά, δεν έχει ακόμη απαντηθεί το ερώτημα ως προς το επίπεδο που θα ισορροπήσει το βιοτικό επίπεδο του Έλληνα με τις πραγματικές συνθήκες της οικονομίας. 
Η υπόθεση εργασίας, που προκρίνω εδώ, θεωρεί ότι στην ελληνική περίπτωση η «συνταγή» που επελέγη για την αντιμετώπιση της κρίσης εκκινεί από μία εξ ολοκλήρου εσφαλμένη βάση : ως προς τη διάγνωση της αιτίας, αλλά και ως προς τον ασθενή. Υποστηρίζω συγκεκριμένα ότι ασθενής είναι το κράτος και όχι η ελληνική οικονομία και κοινωνία. Ο υπερδανεισμός του κράτους δεν συνδέεται ευθέως με το επίπεδο ζωής της κοινωνίας. Αποτελεί απλώς έναν σημαίνοντα ενδείκτη της διαφθοράς και της ιδιοποίησής του από την πολιτική τάξη και τους νομείς του.  Η μετατροπή της κρίσης δανεισμού σε κρίση χρέους οφείλεται αποκλειστικά στην καθολική άρνηση των ελληνικών κυβερνήσεων να λάβουν στοιχειώδη μέτρα για την ανάταξη του κράτους. Η διαχείριση, στη συνέχεια, της κρίσης με πρόσημο τις αποκλίσεις από τις πρόνοιες των μνημονίων και, τελικά, η πρωτοφανής λεηλασία της κοινωνίας, συνάδει με την εμμονή του πολιτικού προσωπικού να διατηρήσει ατόφια τα προκλητικά του προνόμια και τους πυλώνες της κομματοκρατίας. Το πολιτικό σύστημα είναι παντελώς απονομιμοποιημένο και ευρίσκεται σε διαρκή αντιπαλότητα με την κοινωνία των πολιτών.
Πιο συγκεκριμένα, η εκτίμηση του επιπέδου ζωής των Ελλήνων με γνώμονα το ΑΕΠ, αντιφάσκει με το γεγονός ότι αυτό, στην ελληνική περίπτωση, βρίσκεται σε προφανή δυσαρμονία με την πραγματικότητα της οικονομίας. Η διαφορά γίνεται εμφανέστερη όταν συγκρίνει κανείς την πραγματική οικονομία με τις προσόδους του κράτους, οι οποίες υπολείπονται καταφανώς, λόγω των γιγαντιαίων διαστάσεων που εμφανίζει η φοροδιαφυγή στη χώρα. Το φτωχό και υπερδανεισμένο κράτος δεν προδικάζει μια φτωχή οικονομία και μία κοινωνία που ζει πάνω από τις δυνατότητές της. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι, σε αντίθεση με το κράτος, ο ιδιωτικός δανεισμός στη  Ελλάδα ήταν, στην αρχή της κρίσης, από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη. Εάν μάλιστα συνεκτιμηθεί η διαπλοκή και η διαφθορά (το ελληνικό κράτος τοποθετείται στις τελευταίες θέσεις διεθνώς), συνάγεται ότι οι φορείς/νομείς του "φτωχού και υπερδανεισμένου" κράτους, διήγε βίον κραιπαλωδώς πολυτελή.
Η τεράστια αυτή απώλεια παραγωγικού πλούτου από την πανθομολογούμενη διαπλοκή και διαφθορά, η σπατάλη και η λεηλασία των δημοσίων εσόδων από την πολιτική τάξη και, προφανώς, οι πελατειακές πρακτικές που αποβλέπουν στην ικανοποίηση «οικείων» κοινωνικών ομάδων, κάνει εμφανές ότι η κατά κεφαλήν ευημερία (συμπεριλαμβανομένης και της ποιότητας ζωής, όπως λ.χ. οι παρεχόμενες υπηρεσίες του κράτους), υπολειπόταν καταφανώς εκείνης που εδικαιούτο η ελληνική κοινωνία. Έχει υπολογισθεί ότι εάν ο πλούτος αυτός – που παρήγε η ελληνική οικονομία ή που εισήγετο  από την Ε.Ε. – επενδυόταν παραγωγικά, το επίπεδο της χώρας θα ήταν αντίστοιχο εκείνου των Σκανδιναβικών χωρών.
Για να εκτιμηθεί το μέγεθος της προσπάθειας που κατέβαλε η σύνολη ελληνική κοινωνία για να οδηγηθεί στο επίπεδο αυτό, πρέπει να ληφθεί υπόψη το εξαιρετικά δυσμενές περιβάλλον, στο οποίο ήταν υποχρεωμένη να λειτουργήσει. Το κράτος όρθωνε και εξακολουθεί να ορθώνει ασύμμετρα εμπόδια σε κάθε επιχειρηματική ή άλλη δραστηριότητα της κοινωνίας, στη συγκρότηση υγειών και αδιαμεσολάβητων από τη διαπλοκή και τη διαφθορά οικονομικών σχέσεων. Από τον αγρότη έως τον επιχειρηματία, η όποια συναλλαγή με το κράτος συνεπάγεται ή ένταξη στο σύστημα της διαπλοκής/διαφθοράς ή την αρχή δεινών για τον ίδιο και το εγχείρημά του. Ο πολίτης για να απολαύσει τις στοιχειώδεις υπηρεσίες που συνεπάγεται η ιδιότητά του, πρέπει να έχει «μέσον» ή να καταβάλει το αναλογούν «λαδόσημο». Δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι η ελληνική κοινωνία τελεί υπό την κατοχή ενός δυναστικού κράτους που το έχει οικειοποιηθεί η πολιτική τάξη, μεταλλαγμένη σε κομματοκρατία. Αρκεί να αναλογισθεί κανείς την εντυπωσιακή συρρίκνωση της βαρύτητας του ελληνικού κόσμου από τον 19ο αιώνα για να αντιληφθεί το μέγεθος της φθοράς που του έχει προκαλέσει το δυναστικό κράτος. Ή να διερωτηθεί για την ευδοκίμησή του στη διασπορά (στις ΗΠΑ κατέχει μια από τις δύο κορυφαίες θέσεις μεταξύ των εθνικών κοινοτήτων) και για τον ελληνικό εφοπλισμό, που είναι πρώτος παγκοσμίως.

Οι ανωτέρω διαπιστώσεις είναι εξόχως αποκαλυπτικές του λάθους δρόμου που επέλεξε η Τρόικα για την αντιμετώπιση τους ελληνικού προβλήματος. Θεωρώ, εν προκειμένω, ότι αποτελεί λάθος επιλογή η εξομοίωση της λεγόμενης "εσωτερικής υποτίμησης" με την υποτίμηση εθνικού νομίσματος, ακόμη και αν παρακάμψουμε προς στιγμήν το σκοπούμενο, την εξυπηρέτηση του συμφέροντος των αγορών. Η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, βελτιώνει, υπό προϋποθέσεις, την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Με την "εσωτερική υποτίμηση", σημειώνεται μια βίαιη αποδομητική παρέμβαση στην ίδια την παραγωγική βάση της οικονομίας, με προσημείωση τη συρρίκνωση της κατανάλωσης και του κράτους πρόνοιας.
Στην ελληνική περίπτωση, επελέγη η "εσωτερική υποτίμηση" για να αντιμετωπισθεί, όπως ειπώθηκε, η κρίση χρέους. Έτσι, όμως, το κατέστησε μη διαχειρίσιμο και επέβαλε αναπόφευκτα το "κούρεμά" του. Η "εσωτερική υποτίμηση" επέφερε ένα καίριο πλήγμα στον παραγωγικό ιστό της οικονομίας και, ουσιαστικά, τη χρεωκοπία της χώρας. Να υποθέσουμε άραγε ότι, μόνο με την "κινεζοποίησή" της, η ελληνική κοινωνία θα πάψει να ζει πάνω από τις δυνατότητές της; Από την άλλη, δεν εξηγήθηκε ακόμη από τους ιθύνοντες γιατί το χρέος στο 120% του ΑΕΠ ήταν μη διαχειρίσιμο στην αρχή της κρίσης και θα γίνει διαχειρίσιμο στο ποσοστό αυτό το 2020, μετά δηλαδή την εξαθλίωση της ελληνικής κοινωνίας. Εάν μάλιστα συνεκτιμηθεί ότι στην πρώτη περίπτωση οι δανειστές δεν θα είχαν υποστεί το γνωστό "κούρεμα".
Υποστηρίζεται, περαιτέρω, ότι με την αποσάθρωση της οικονομίας και την βίαιη φτωχοποίηση της κοινωνίας θα βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα, αφού η απαξίωση της αγοράς εργασίας, του ιδιωτικού και του δημοσίου πλούτου θα εγείρει το ενδιαφέρον των επενδυτών και θα επανεκκινήσει η οικονομία. Ανεξαρτήτως του πώς αξιολογεί κανείς την επιλογή αυτή, συνομολογείται ότι το επιχείρημα ότι οι Έλληνες ζούσαν πάνω από τις δυνατότητές τους ήταν ψευδές. Αποτέλεσε το πρόσχημα για τον πραγματικό σκοπό του μνημονίου, που προφανώς δεν είναι η αντιμετώπιση του πραγματικού προβλήματος της ελληνικής οικονομίας, του χρέους, αλλά η χρησιμοποίηση της χώρας ως "πειραματόζωου" για την προώθηση της νέας ευρωπαϊκής τάξης. Διαφορετικά δεν θα προσέφευγε η τρόικα στο "κούρεμά" του. Οπωσδήποτε, η επιλογή αυτή παραπέμπει στο δόγμα των αγορών ότι το συμφέρον τους υπερισχύει του συμφέροντος των κοινωνιών ή, στην καλύτερη περίπτωση, ότι το συμφέρον της κοινωνίας ταυτίζεται εξορισμού με το συμφέρον των αγορών..
Τη ζήτημα, ωστόσο, στην ελληνική περίπτωση, έγκειται στο ότι παρακάμπτεται, με τον τρόπο αυτό, η πολιτική διάσταση της κρίσης. Όντως, η ελληνική κρίση έχει ως πρωτογενή αιτία την κομματοκρατική μετάλλαξη του πολιτικού συστήματος και τη λεηλατική ιδιοποίηση του κράτους. Παρέλκει του παρόντος η εξήγηση της ελληνικής ιδιαιτερότητας. Αρκεί απλώς να υποσημειώσουμε ότι, παρόλα όσα λέγονται, το φαινόμενο αυτό αναδεικνύει το δημοκρατικό έλλειμμα της νεοτερικότητας και όχι την πολιτική υστέρηση της ελληνικής κοινωνίας.
Οπωσδήποτε, το μνημόνιο, στο πλαίσιο αυτό, από πρόγραμμα εξόδου από την κρίση, μετατράπηκε σε πρόσθετη ουσιώδη αιτία του ελληνικού αδιεξόδου. Μάλιστα, στο μέτρο που επέλεξε να μετακυλήσει μονοσήμαντα το βάρος των επιλογών του στην κοινωνία, αφήνοντας ανέγγιχτο το κράτος, η τελευταία θα συναγάγει ότι η ελληνική πολιτική τάξη χρησιμοποιείται ως "όχημα" για την εγκαθίδρυση στη χώρα της δικής της δεσποτείας, πλάι σ'εκείνη της ελληνικής κομματοκρατίας. Η τρόικα, έχοντας ταυτίσει την ελληνική κοινωνία με το κράτος, έχασε το συγκριτικό πλεονέκτημα της νομιμοποίησής της. Δεν είναι τυχαίο ότι η τρόικα, ενώ ασχολείται επίμονα, ακόμη και με την φορολόγηση των ανέργων, δεν άγγιξε στο ελάχιστο τα προνόμια της πολιτικής τάξης, τα θεμέλια του δυναστικού κράτους και, κατ'επέκταση, την φοροδιαφυγή.
Δεν συνεκτιμά, ενδεχομένως, ότι η πολιτική της, που συνδυάζει τη βίαιη εξαθλίωση της κοινωνίας, την κατάλυση του κράτους δικαίου και πρόνοιας, με τηνεθνική ταπείνωση, θα μπορούσε να οδηγήσει στη συσσώρευση ενός εκρηκτικού μίγματος, το οποίο θα ήταν ικανό να ακυρώσει το εγχείρημά της. Ίσως αγνοεί μια σημαίνουσα παράμετρο της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή την "ικανότητά" της να διαχέει το πρόβλημά της στην "αυλή" των καταπατητών της ελευθερίας της. "Ικανότητα", η οποία απορρέει από τον υψηλό δείκτη πολιτικής ανάπτυξης και εθνικού φρονήματος, που τη διακρίνει. Από την άποψη αυτή, εάν το εγχείρημα επιτύχει στην Ελλάδα, δεν θα συναντήσει άλλα εμπόδια, εάν όμως αποτύχει ή διαχυθεί το διακύβευμά της στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο, είναι πιθανόν να προκαλέσει ασύμμετρες αλυσιδωτές συνέπειες στην πολιτική Ευρώπη, αλλά και πέραν αυτής. Διότι το διακύβευμα αυτό, ως προς την ουσία του, ξεπερνά καταφανώς το ελληνικό έδαφος.

Υπό το πρίσμα αυτό, εκτιμώ ότι απαιτείται, πριν είναι πολύ αργά, ένας ριζικός αναπροσανατολισμός των κατευθύνσεων του μνημονίου. Να γίνει αντιληπτό ότι δεν ήταν το υψηλό κόστος εργασίας που δημιούργησε την κρίση χρέους ή που εμποδίζει την ανάπτυξη, ούτε μπορεί να αποδοθεί στην ελληνική οικονομία ενγένει η αιτία της κρίσης. Ακόμη και αν, σήμερα, η ελληνική κοινωνία προσφέρει δωρεάν την εργασία της ουδείς θα προσέλθει να επενδύσει στη χώρα. Για να επανέλθει η ανάπτυξη στην ελληνική οικονομία δεν αρκεί ένα νέο "σχέδιο Μάρσαλ". Απαιτείται η εκ βάθρων, τώρα και όχι αύριο, ανασύνταξη του κράτους. Αναφέρομαι στο πολιτικό σύστημα, στη δημόσια διοίκηση και, ουσιωδώς, στηνομοθεσία.
Δεν είναι του παρόντος να απαριθμήσω τα μέτρα που απαιτούνται για την ανασύνταξη αυτή. Μπορώ όμως να διαβεβαιώσω ότι είναι τόσο σαθρό και απονομιμοποιημένο το όλο σύστημα, που εάν αφεθεί από την τρόικα θα καταρρεύσει την ίδια στιγμή. Τούτο σημαίνει ότι η αναμόρφωσή του μπορεί και πρέπει να συμβεί σε ελάχιστο χρόνο, αρκεί να υπάρξει η ανάλογη πολιτική βούληση αυτών που έχουν τη δύναμη και στηρίζουν το καθεστώς. Προϋποτίθεται όμως η βαθιά γνώση του προβλήματος, ώστε η μεταρρύθμιση να λάβει την πρέπουσα κατεύθυνση και ιδίως να παραγάγει άμεσα αποτελέσματα.
Αναφέρω συνοπτικά τις γενικές κατευθύνσεις ενός τέτοιου εγχειρήματος: Να καταλυθεί η θεσμική βάση της κομματοκρατίας και να ληφθούν μέτρα ώστε να ανασυνδεθεί το πολιτικό προσωπικό με την κοινωνική συλλογικότητα. Η δημόσια διοίκηση να ανασυγκροτηθεί με γνώμονα τη κοινωνική αποτελεσματικότητα, με ό,τι αυτή συνεπάγεται στο πεδίο της δομής της, της προσωπικής ευθύνης του υπαλλήλου και του εννόμου συμφέροντος του πολίτη. Το πρόβλημα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης δεν είναι η ποιότητα του προσωπικού της, που είναι υψηλή, αλλά η ιδιοποίησή της. Όχι τόσο το μέγεθος του κράτους όσο η λεηλατική του λειτουργία. Τα ανωτέρω συνεπάγονται, πρωταρχικά, την ολοκληρωτική αναμόρφωση της νομοθεσίας. Η ιδιοποίηση του κράτους, η διαπλοκή και η διαφθορά, η πελατειακή βάση των δημοσίων πολιτικών και η δυναστική λογική του πολιτικού προσωπικού, εδράζονται σε ένα περίτεχνο νομικό οπλοστάσιο, που κρατά όμηρο την κοινωνία και την εξαναγκάζει να λειτουργεί με τις προδιαγραφές του.
Τα ανωτέρω, εγείρουν το ερώτημα κατά πόσον οι επιλογές του μνημονίου δεν αποκαλύπτουν το σημείο της συνάντησης της ελληνικής πολιτικής τάξης και της τρόικας. Η μεν πρώτη, διατηρεί το καθεστώς της -το κράτος και τους νομείς του- ανέπαφο. Η δε δεύτερη, βρίσκει στην ελληνική πολιτική τάξη τον πρόθυμο σύμμαχο, προκειμένου να διεκπεραιώσει ανέξοδα τις επιλογές της, δηλαδή την αρχή του συμφέροντος των αγορών στο εσωτερικό της ευρωζώνης, αρχής γενομένης από την Ελλάδα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η πολιτική τάξη στο σύνολό της, επωφελούμενη από τις επιλογές της τρόικας, δεν άγγιξε μέχρι σήμερα, ούτε κατά μικρόν, τους πυλώνες του καθεστώτος της: τον κομματοκρατικό χαρακτήρα του πολιτικού συστήματος, το διοικητικό κράτος και τη νομοθεσία. Τυπικό παράδειγμα οι σκανδαλώδεις απολαβές του πολιτικού προσωπικού και, υπό το πρίσμα αυτό, η κραιπαλώδης διαχείριση των οικονομικών του κράτους και, οπωσδήποτε, το ζήτημα της φοροδιαφυγής. Η τελευταία, επειδή περιβαλλόταν με την υψηλή προστασία των φορέων της κομματοκρατίας, γινόταν εμφανώς, χωρίς προφυλάξεις, μέσω του τραπεζικού συστήματος κλπ. Θα αρκούσε να συγκρίνει κανείς την κίνηση των λογαριασμών ενός εκάστου, με τις φορολογικές του δηλώσεις. Το αποτέλεσμα του έργου αυτού θα ήταν εξόχως εντυπωσιακό.
Κλείνοντας, θεωρώ ότι περιττεύει η επαναφορά του ερωτήματος ως προς το τι εμπόδισε μέχρι σήμερα την τρόικα να προσεγγίσει το ελληνικό πρόβλημα υπό το πρίσμα της πρωτογενούς αιτίας της κρίσης. Πολλώ μάλλον αφού το κομματικό σύστημα και, στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική τάξη, πέραν του περιδεούς και παρασιτικού τους χαρακτήρα, είναι όμηροι ιδίως της γερμανικής κυβέρνησης, που κατέχει όλα τα τεκμήρια της διαφθοράς τους, μέσω των γερμανικών επιχειρήσεων, με τις οποίες ύφαναν ευρέως τις σχέσεις διαπλοκής στη χώρα. Θα επαναλάβω απλώς την επισήμανση ότι το δίλημμα "μνημόνιο ή χρεωκοπία" είναι ψευδές καθώς παρακάμπτει την πρωτογενή αιτία της κρίσης και τον αποδέκτη του "λογαριασμού". Η έξοδος της Ελλάδας από την κρίση, το όποιο εγχείρημα για την επανεκκίνηση της οικονομίας, προϋποθέτει τον ολικό αναπροσανατολισμό του μνημονίου: από την βίαιη "κινεζοποίηση" της κοινωνίας και την αποδόμηση του οικονομικού ιστού της χώρας, στην απελευθέρωση της δυναμικής τους από τις ολιγαρχικές συμμορίες. Απελευθέρωση, η οποία θα επέλθει μόνο με την εκ βάθρων ανασύνταξη του πολιτικού συστήματος, του κράτους και της νομοθεσίας. Διαφορετικά, φοβάμαι ότι θα χρειασθούν πολλά ακόμη μνημόνια έως ότου επιτευχθεί η "τελική λύση". Έως τότε, το δίλημμα που θα επανέρχεται δεν θα είναι η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ -υποθέτω ότι οι γεωστρατηγικές συνθήκες είναι απαγορευτικές γι'αυτό-, αλλά ο χρόνος, που με τη συνενοχή των κρατούντων της πολιτικής Ευρώπης, η ελληνική κρίση θα πυροδοτήσει την κοινωνική και την οικονομική σταθερότητά της Ε.Ε. Από την λύση που θα δοθεί στο ελληνικό πρόβλημα, από την επανεξέταση ή μη των κατευθύνσεων του ελληνικού μνημονίου θα μπορούσε να κριθεί αν θα επιλεγεί η λύση μιας ισόρροπης συμπολιτειακής Ευρώπης ή μια Γερμανική Ευρώπη. Μια Ευρώπη που θα πολιτεύεται υπέρ του συμφέροντος των κοινωνιών της ή εκείνου των αγορών.


*Ο Γ. Κοντογιώργης είναι καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου. 

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

ΣΟΚ ΚΑΙ ΔΕΟΣ: Όλα τα μέτρα της νέας συγκυβέρνησης που θα προκύψει από τις ερχόμενες εκλογές...


Μπαίνοντας στην τελική ευθεία των εκλογών του Μαίου, ξεκίνησαν ήδη -και θα εντείνονται συνεχώς- οι "εκβιασμοί" προς το εκλογικό σώμα από τα διάφορα κέντρα-παράκεντρα εξουσίας. Μοναδικός στόχος των εκβιασμών αυτών (π.χ ευρώ ή δραχμή, εντός ή εκτός Ευρώπης κ.λ.π.) είναι να κατευθυνθεί η ψήφος του λαού (και κυρίως των αναποφάσιστων) στα δυο «μνημονιακά» κόμματα εξουσίας, δηλαδή στη Ν.Δ και το ΠΑΣΟΚ, τα οποία βάσει των δημοσκοπήσεων κινδυνεύουν και τα δύο μαζί να μην καταφέρουν να εξασφαλίσουν 151 έδρες στη νέα Βουλή.

Δεν είναι τυχαίο ότι από την ειδησεογραφία των τελευταίων ημερών έχουν χαθεί τελείως τα πιο επαχθή μέτρα όχι μόνο για τους εναπομείναντες στην εργασία, αλλά και για τους συνταξιούχους και τους  ανέργους, τα οποία προετοιμάζουν μεθοδικά για τον ερχόμενο Ιούνιο η «Τρόϊκα» σε αγαστή συνεργασία με τους εγχώριους «κουκουλοφόρους» υποστηρικτές της. Το πρόσχημα είναι γνωστό και αφορά δήθεν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, για την οποία κατά την Τρόϊκα ευθύνεται κυρίως το εργασιακό κόστος.


Τα πιο πολλά απο αυτά τα μέτρα, τα έχει ήδη διαρρεύσει η Τρόικα, είτε επίσημα είτε ανεπίσημα, με κύριο στόχο να αρχίζει να τα εμπεδώνει σιγά-σιγά ο κόσμος! Άλλωστε, ο Τόμσεν και η παρέα του, όπου βρεθούν και όπου σταθούν δηλώνουν εμφατικά ότι ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έχουν υπογράψει και έχουν δεσμευτεί πως θα εφαρμόσουν πλήρως το «Μνημόνιο 2», καθώς και τα όποια Μεσοπρόθεσμα μέτρα προκύψουν.
Πρόκειται για μέτρα που θα αποσυνθέσουν πλήρως τον κοινωνικό ιστό και τα οποία θα τεθούν επί τάπητος αμέσως μετά τις εκλογές. Τα κυριότερα από αυτά είναι:
- Κατάργηση των 13-14ου μισθών και στον ιδιωτικό τομέα.
- Νέα μείωση του βασικού μισθού με στόχο να κατρακυλήσει σε επίπεδα Βουλγαρίας, δηλαδή στα 280 € καθαρά, κάτι που θα προκαλέσει πρόσθετες μειώσεις σε όλους τους μισθούς, τα επιδόματα ανεργίας κλπ.!
- Νέα μείωση των βασικών και επικουρικών συντάξεων.
- Μείωση κατά 10 ημέρες της ετήσιας κανονικής αδείας.
- Μείωση των προσαυξήσεων με τις οποίες αμείβεται η απασχόληση κατά τις Κυριακές και αργίες (από 75% σε 50% ή και 25%).
- Περισσότερο ευέλικτες σχέσεις εργασίας , με κατάργηση των συμβάσεων και των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
- Άμεση απόλυση 50 χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων εντός του 2012 και 200.000 υπαλλήλων σε βάθος τριετίας.
- Σταδιακή κατάργηση του "εφάπαξ" στο δημόσιο τομέα – Άμεση περικοπή κατά 30% αναδρομικά από τις αρχές του 2012.
- Σταδιακή κατάργηση της αποζημίωσης στον ιδιωτικό τομέα είτε αυτή αφορά απόλυση είτε συνταξιοδότηση του εργαζόμενου. Ο στόχος είναι σε κάθε περίπτωση να δίνονται ως αποζημίωση το ανώτερο 5 μισθοί.
- Πλήρης κατάργηση των φοροαπαλλαγών και των ειδικών καθεστώτων φορολόγησης. Θα δρομολογηθεί η κατάργηση των εκπτώσεων φόρου για τόκους των στεγαστικών δανείων α΄κατοικίας, τα ενοίκια, τα δίδακτρα, τα ασφάλιστρα, τις ιατρικές επισκέψεις, τις εξετάσεις, τα νοσήλεια και τις ασφαλιστικές εισφορές.
- Αύξηση του συντελεστή του χαμηλού ΦΠΑ από το 6,5% στο 13%.
- Κατάργηση του μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ που ισχύει στα νησιά.
- Υπαγωγή των αγροτών σε καθεστώς ΦΠΑ.
- Θέσπιση νέου ειδικού φόρου κατανάλωσης σε ποτά και τσιγάρα.
- Νέα αύξηση του τέλους ταξινόμησης για τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα.
- Νέα αύξηση των τελών κυκλοφορίας.
- Επιπλέον μείωση ή κατάργηση του αφορολόγητου ορίου.
- Αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών ακινήτων κάθε χρόνο.
- Εξίσωση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης με αυτό της κίνησης.
- Άρση της απαγόρευσης της κατάσχεσης της πρώτης κατοικίας λόγω χρεών. 
- Μονιμοποίηση του έκτακτου φόρου ακινήτων μέσω της ΔΕΗ και ενοποίηση όλων των φόρων επί της ακίνητης περιουσίας, σε μόλις δύο: σε ένα φόρο θα ενωθούν οι 33 φόροι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και σε άλλον έναν φόρο όλοι οι υπόλοιποι που προορίζονται για το κράτος.
- Επιβολή φόρου ιδιοκατοίκησης (ουσιαστικά θα είναι ένα είδος ενοικίου για όσους μένουν σε δικά τους σπίτια).
- Κατάργηση της μισθοδοσίας του Κλήρου.
- Χαράτσια εφορίας ακριβώς μετά τις εκλογές: (Φόρος εισοδήματος, Έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, Τέλος επιτηδεύματος, ΕΤΑΚ 2009, Έκτακτη εισφορά ακινήτων, ΦΑΠ 2010, ΦΑΠ 2011, Ειδικό τέλος ακινήτων (χαράτσι) για το 2012)
- Θεσμοθέτηση των ιδιωτών φοροεισπρακτόρων (κεφαλοκυνηγών).
- Πλήρες ξεπούλημα της εθνικής περιουσίας, ακόμη και σε επιχειρηματίες από την… Τουρκία (η αρχή έγινε με τη Μαρίνα της Μυτιλήνης, της οποίας η διαχείρηση πέρασε για 40 χρόνια σε ελληνοτουρκική κοινοπραξία)!

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Ερωτήματα για την ανατροπή της πολιτικής του κοινωνικού ολοκαυτώματος


thumb
Γράφει η Νάντια Βαλαβάνη, 
συγγραφέας

Εδώ και δύο χρόνια η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε πρότυπο πειραματικό εργαστήρι κοινωνικής μηχανικής της τρόικας. Για τη σύνθεση του κατάλληλου «μίγματος» πολιτικών μόνιμης λιτότητας και βίαιης «υποτίμησης» της ζωής των ανθρώπων σε ολόκληρη την Ευρώπη και αποτελεσματικής χειραγώγησης της εργαζόμενης πλειοψηφίας των κοινωνιών της. Για να συντελεστεί, εν μέσω κρίσης, μια πρωτοφανής στην ιστορία αναδιανομή αξίας: Από τους «κάτω» στους «πάνω». Από όλες τις σφαίρες της οικονομίας προς τις χρηματοπιστωτικές «αγορές». Από τις ασθενέστερες οικονομικά χώρες της ευρωπεριφέρειας προς τις ισχυρότερες, ιδιαίτερα τη Γερμανία.
Κι ενώ η ακολουθούμενη πολιτική, με τη στήριξη του ΠΑΣΟΚ, της Ν.Δ. κι ενός αστερισμού μικρότερων κομμάτων, εξακολουθεί να εμφανίζεται ως «μονόδρομος», το κεντρικό προς απάντηση ερώτημα είναι: Μπορεί ν’ ανατραπεί αυτή η πολιτική; Γιατί τίποτα λιγότερο από την ανατροπή της δεν είναι σε θέση να σταματήσει το κοινωνικό ολοκαύτωμα της χώρας και των ανθρώπων της. Και ακόμα παραπέρα: Με ποιους όρους μπορεί να γίνει αυτό πραγματικότητα;
 Διαφορές
Τα κόμματα της Αριστεράς απαντούν το καθένα καταφατικά. Προτάσσουν όμως διεξόδους με υπερτονισμό των υπαρκτών στρατηγικών διαφορών τους. Αρνούνται έτσι μέχρι σήμερα ν’ αναγνωρίσουν αυτό που κατανοούν πλέον οι περισσότεροι απ’ τα μέλη και τους ψηφοφόρους τους:
- Ότι κανένα κόμμα της Αριστεράς, όσο και με όποια συνθήματα και να απευθύνεται στον λαό αναζητώντας την προνομιακή στήριξή του, δεν είναι σε θέση να απελευθερώσει την αναγκαία κοινωνική δυναμική από μόνο του.
- Ότι στο ύψος ενός τέτοιου καθήκοντος μπορεί να αρθεί μόνο το πιο πλατύ μέτωπο κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων – με τις συνασπισμένες δυνάμεις της Αριστεράς στον πυρήνα του.
Μπορεί όμως σήμερα να υπάρξουν οι πολιτικές προϋποθέσεις για έναν κοινωνικό και πολιτικό συνασπισμό που να «αναγνωρίζει» προγραμματικά τον πολιτικό αντίπαλο στις δυνάμεις που προκαλούν το σημερινό κοινωνικό ολοκαύτωμα; Και θα «ανακαλύπτει» στο πρόσωπο των άλλων δυνάμεων της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής Αριστεράς τον προνομιακό συνομιλητή και συναγωνιστή του;
- Που θα διαμορφώσει ένα συνθετικό πρόγραμμα ανατροπής αυτής της πολιτικής, ξεκινώντας από την αθέτηση πληρωμών για ουσιαστική διαγραφή του χρέους και την κρατικοποίηση των τραπεζών και των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας;
- Που δεν θα διστάσει να συγκρουστεί με ό,τι και όποιους χρειαστεί προκειμένου να γίνει δυνατή μια εσωτερική «σεισάχθεια» και άμεσα μέτρα αναδιανομής υπέρ των εργαζόμενων, στηρίζοντας ταυτόχρονα μια παραγωγική ανασυγκρότηση φιλική στο περιβάλλον και τους εργαζόμενους και μια νέα θέση της χώρας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας;
- Που θα αξιοποιήσει όλα τα ερείσματα αλληλεγγύης και πάλης στην Ευρώπη και στον κόσμο;
Με ένα τέτοιο πλαίσιο η συνασπισμένη Aριστερά θα μπορούσε ν’ «αγκαλιάσει» χωρίς αμηχανία και πολιτικό «σνομπισμό» τον κόσμο που σήμερα αναγνωρίζει τις ευθύνες των κομμάτων που κυβέρνησαν τη χώρα και απεγκλωβίζεται απ’ τον δικομματισμό. Που προσεγγίζει, ταυτόχρονα, τα αριστερά κόμματα κουβαλώντας όλες τις ψευδαισθήσεις και «κακές συνήθειες» από τις πελατειακές σχέσεις που καθόριζαν τη σχέση του με την πολιτική.

Ερωτήματα
Μπορεί να υπάρξει σήμερα ένα άμεσο πρόγραμμα και ιδέες ικανές να μετατρέψουν την οργή που σιγοκαίει σε απόφαση για μαχητική προσωπική συμμετοχή διαρκείας σε διάφορα συλλογικά πλαίσια πάλης και αλληλεγγύης μ’ επίκεντρο την εργασία και τις ανάγκες για αξιοπρεπή ζωή – που τίποτα να μην μπορεί ν’ αναχαιτίσει;
Αυτά και άλλα ερωτήματα μπαίνουν σήμερα. Προφανώς δεν πρόκειται ν’ απαντήσουν σ’ αυτά οι επικείμενες εκλογές. Το πιθανότερο είναι ότι αυτές θα «νομιμοποιήσουν» οριακά τη σημερινή πολιτική μέσω ενός δικομματικού συνασπισμού, που θα είναι μειοψηφία στον λαό και πλειοψηφία στη Βουλή.
Κι επειδή η ταυτόχρονη ενίσχυση της συνολικής δύναμης όλων των δυνάμεων της Αριστεράς στη Βουλή μπορεί να εξασφαλίσει μόνο ισχυρότερη αντιπολίτευση, την ώρα που ζητούμενο δεν είναι τίποτα λιγότερο από την αποτροπή καταστροφής της χώρας, οι εργαζόμενοι, και προπαντός οι νέοι, που θα υπερψηφίσουν αριστερά κόμματα, ας μην τα εξουσιοδοτήσουν «εν λευκώ»: Ας κάνουν όσο γίνεται πιο καθαρό τι περιμένουν απ’ αυτά για την, εξαιρετικά κοντινή, «επόμενη μέρα».
Το ζητούμενο για την Αριστερά είναι να αποδειχτεί πολιτικά και κοινωνικά χρήσιμη. Αλλιώς, θα εξαφανιστεί κι αυτή εν μέσω μιας θάλασσας εξαθλιωμένων και ηθικοπολιτικά «τσακισμένων» ανθρώπων, κάτω απ’ τη γενική επίθεση των ορδών της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας ενάντια στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Από το Ποντίκι

Σάββατο 31 Μαρτίου 2012

Η πιο κρίσιμη αναμέτρηση


Του Γιώργου Δελαστίκ


Ψυχορραγεί άραγε, όπως υποδηλώνουν όλες οι δημοσκο­πήσεις, το πανίσχυρο δικομματικό σύστημα ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, το οποίο κυβέρνησε αδιατάρακτα και ομολογουμένως με εκπληκτική άνεση την Ελλάδα επί 38 ολόκληρα χρόνια που κύλησαν από τη Μεταπολίτευση; Οσο ισχυρές ενδείξεις και αν υπάρχουν περί αυτού, ένα τέτοιο γεγονός κορυφαίας πολιτικής σημασίας δεν μπορεί ποτέ να κριθεί από σφυγμο­μετρήσεις της κοινής γνώμης. Μόνο οι εκλογές θα αποδείξουν αν πρόκειται περί γεγονότος ή περί αβάσιμων υποθέσεων. Το εκλογικό αποτέλεσμα και μόνο αυτό θα δείξει αν η συντεταγμένη χρεοκοπία του ελληνικού λαού θα οδηγήσει σε κατάρρευ­ση το υφιστάμενο πολιτικό σκηνικό, όπως η δικτατορία των συνταγματαρχών κατεδάφισε το προδικτατορικό.
Το χειρότερο αποτέλεσμα που σημείωσε ποτέ ο δικομματισμός ΠΑΣΟΚ - ΝΔ από το 1981 που διαμορφώθηκε ως κυρίαρχο δίπολο, το άθροισμα δηλαδή των ψήφων των δύο κομμάτων, ήταν το 77,4% που σημείωσαν στις τελευταίες εκλογές του 2009. Ακόμη και το 1974, με το ΠΑΣΟΚ που είχε ιδρυθεί... δύο μήνες πριν τις εκλογές να παίρνει 13,58%, το άθροισμα των ψήφων τους είχε ανέλθει στο 68%.
Απιαστο όνειρο αποτελεί σήμερα η επανάληψη του χειρότερου αποτελέ­σμα­τος του δικομματισμού. Δεν υπάρχει ούτε μία πιθανότητα να πιάσουν μαζί τα δύο κόμματα 77%. Εντελώς αδύνατο φαντάζει ακόμη και το 68% του 1974! Αν οι δημο­σκο­πήσεις επαληθευτούν σε κάποιο βαθμό και στις εκλογές (οι οποίες σημειω­τέον ακόμη δεν έχουν προκηρυχθεί), τότε το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ θα πλέουν σε πελάγη ευτυχίας αν η καταβαράθρωσή τους στα­μα­τήσει στο μέχρι τώρα αδιανόητα χαμηλό ποσοστό του 50% - εννοούμε 50% και τα δύο κόμματα μαζί, όχι κάποιο από αυτά μόνο του!
Αδύνατη η αυτοδυναμία του πρώτου κόμματος, παρά το κολοσσιαίο μπόνους των 50 εδρών που του δίνει ο νόμος Παυλόπουλου. Στην ευνοϊκότερη ρεα­λι­στική περίπτωση, το πρώτο κόμμα χρειά­ζεται 36,4% για να πετύχει αυτοδυναμία - υποθέτοντας ότι το συνολικό ποσοστό όλων των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής θα ανέλθει στο πρωτοφανές ύψος του 10%, ενώ μέχρι τώρα το υψηλότερο σχετικό ποσοστό που έχει υπάρξει ήταν το 5,23% του 1996. Αν το άθροισμα των ποσο­στών των εξωκοινοβουλευτικών κομμάτων περιοριστεί στο 5%, τότε το ποσοστό του πρώτου κόμματος για να πετύχει αυτοδυναμία πρέπει να υπερβεί το 38,4%.
Η ΝΔ δεν πιάνει με τίποτα ποσοστά της τάξης του 35%-36%. Στις καλύτερες γι' αυτήν δημοσκοπήσεις με το ζόρι έφτανε παλιότερα γύρω στο 30%, ενώ μετά τη στροφή της υπέρ του Μνημονίου παρουσιάζει σαφή πτωτική τάση και τα ευνοϊκότερα γι' αυτήν δημοσκοπικά αποτελέσματα κυμαίνονται γύρω στο 25%. Αν δεν ανατραπούν με θεαματικό τρόπο οι διαθέσεις των ψηφοφόρων απέναντί της ως τις εκλογές, η αυτοδυναμία είναι ανέφικτος στόχος για τη ΝΔ.
Τα νέα κόμματα του Πάνου Καμμένου στον χώρο της ΝΔ και των Λούκας Κατσέλη και Χάρη Καστανίδη στον χώρο του ΠΑΣΟΚ καθιστούν δυσχερέστερη την επίτευξη του στόχου αυτοδυναμίας της ΝΔ, καθώς δίνουν εκλογική διέξοδο στους «αντιμνημονιακούς» ψηφοφόρους των δύο κομμάτων εξουσίας. Αυτό όμως είναι το λιγότερο, αφού όπως αναλύσαμε προηγουμένως ο στόχος της αυτοδυνα­μίας είναι ούτως ή άλλως απραγματο­ποίη­τος. Το σοβαρότερο είναι πως αν αυτά τα δύο νέα κόμματα πάνε καλά, τότε δεν είναι καθόλου βέβαιο πως ΠΑΣΟΚ και ΝΔ θα συγκεντρώσουν μαζί 180 βουλευτές.
Για να πάρουν 180 βουλευτές ΝΔ και ΠΑΣΟΚ αθροιστικά, πρέπει το ποσοστό που θα συγκεντρώσουν και τα δύο κόμμα­τα από κοινού να υπερβεί το 47% τουλά­χιστον. Το ποσοστό αυτό φαντάζει αστείο σε σχέση με τις παλαιότερες εκλογικές επιδόσεις των δύο κομμάτων. Δεν πρέπει να θεωρείται όμως δεδομένο σήμερα, παρό­λο που κάθε άλλο παρά ανέφικτο είναι. Αν τα κόμματα Καμμένου και Κατσέλη αποκτήσουν ισχυρή επιρροή και αυτή αντανακλαστεί στην κάλπη, τότε ενδέχεται το 25% για τη ΝΔ και το 20% για το ΠΑΣΟΚ να αποδειχθούν υψηλά, αν όχι ανυπέρβλητα εμπόδια. Χωρίς 180 βουλευτές όμως συνταγματικές αλλαγές δεν γίνονται, όπως απαιτεί η ΕΕ. Τίποτα δεν προοιωνίζεται ήρεμη μετεκλογική κατάσταση, αλλά ας μην προτρέχουμε. Οψόμεθα...